Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Μια Δασκάλα ζωγραφικής στο Βερολίνο.

          Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νο29 του περιοδικού ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ της Ένωσης εκπαιδευτικών εικαστικών μαθημάτων.


ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ


          Έπρεπε να κάνω αυτό το ταξίδι. Τώρα. Με αυτές τις σκιές στην πλάτη. Ένα δαιμονικό ή χρισμένο πάθος να περπατήσω σε αυτούς τους δρόμους με είχε κυριεύσει  τον τελευταίο καιρό. Και να που είμαι εδώ. Δεύτερη μέρα και περπατάω ήδη για ώρες σε δρόμους που μοιάζουν  με στέπες. Και αισθάνομαι, ναι, Θεέ μου, αισθάνομαι τόσο μικρή. 
          Βρίσκομαι μπροστά από τον μεγάλο καθεδρικό ναό.  Όσο και εάν τεντώνω το λαιμό μου για να δω την κορυφή του, είναι αδύνατο. Μοιάζει με  δράκος και οι κίτρινες λεπτομέρειες του χρυσού  πάνω στο σα  μουχλιασμένο μπρούντζο, φέρνουν  μια παράξενη αίσθηση στο στομάχι μου.  Ζαλίζομαι. Και αισθάνομαι μόνη. Είναι και αυτό το χιόνι που δεν σταματά ούτε λεπτό να τρυπώνει στα μάτια και στη μύτη, όσο και αν προσπαθώ να το αποφύγω. Την προσοχή μου αποσπά ένα art  video από ένα γυάλινο μοντέρνο κτίριο που βρίσκεται απέναντι. Εύχεται χρόνια πολλά και μου υπενθυμίζει πως: “ BERLIN IS THE PLACE TO BE”.
          Με ένα αίσθημα ανασφάλειας, σαν  μικρή επαρχιοτοπούλα, συνέχισα τη μοναχική μου  βόλτα. Ούτε λεπτό δεν σταμάτησα να αισθάνομαι ασήμαντη ανάμεσα  σε όλες αυτές τις ογκώδεις  γραμμές, στις κυβιστικές κατασκευές,  στα γυάλινα κτίρια και στα τεράστια γλυπτά των μανδιοφόρων μάγων. Ακούμπησα πάνω σε έναν  για λίγο  και αισθάνθηκα την καρδιά μου το ίδιο παγωμένη. Εκεί στην  όχθη του ποταμού Spree και με το νησί των Μουσείων  μπροστά,  επανέλαβα μέσα μου  για άλλη μια φορά τα λόγια εκείνα που σαν ψυχοτρόπο χάπι έρχονται πάντα για να βγάλουν  την ελληνική συνείδηση από κάθε αμηχανία:  « -Xa! Μα εμείς έχουμε την Ακρόπολη και  το γαλάζιο ουρανό!!!».
(Αλήθεια; Τι άλλο έχουμε;)
          Στις επόμενες μέρες οι περίπατοι συνεχίστηκαν. Εκτός από τις προγραμματισμένες επιμορφώσεις είδα  όσα μπορούσα να χωρέσω στις λιγοστές ημέρες που είχα στη διάθεσή μου: East side gallery, DDM, Topography of  terror, το εβραϊκό μουσείο, την πύλη του Βρανδεμβούργου, το Kreuzberg, γνωστές πλατείες και πολιτιστικά κέντρα, αυτοσχέδια projects στους δρόμους, εικαστικά και παιδαγωγικά  εργαστήρια, open markets, κ.α.. Τρύπωσα κρυφά σε αυλές σπιτιών και  κάτω από γέφυρες, μπερδεύτηκα με απλούς ανθρώπους στις γειτονιές και προσπάθησα να αφουγκραστώ την καθημερινότητά τους. Έφαγα μαζί τους στα πανηγύρια βρώμικα φτηνά λουκάνικα, ήπια ζεστό κρασί με μπαχαρικά, μπήκα στα εμπορικά κέντρα, στις «αναρχικές» γειτονιές, στα κρυφά coffee shops (που δεν ήταν και τόσο κρυφά τελικά), γνώρισα οπαδούς της  St Pauli (και μου κόλλησαν «πέντε» για τον δικό μας «ΠΑΟΚ»), γέλασα με τα αστεία των gay  για την Μέρκελ και χόρεψα μαζί τους κάτω από την φωνή της Βίκυς Λέανδρος που όπως έμαθα είναι η δική τους Madonna.
          Ο φόβος μου και το βάρος από τα στερεότυπα που κουβαλούσα για την φύση των Γερμανών κατέρρεαν καθημερινά. Κανείς από αυτούς που μίλησα δεν έτρεφε μίσος ή περιφρόνηση για τους Έλληνες. Με διαβεβαίωσαν πως στη Γερμανία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχουν συντηρητικές νοοτροπίες που επικροτούν αυτήν την αντιλαϊκή  πολιτική, αλλά είναι εξίσου πολλές και οι φωνές που υποστηρίζουν πως είμαστε ένας λαός που κακοποιείται από  αδίστακτους ολιγάρχες, από αμφιλεγόμενη κυβέρνηση και από αναξιόπιστα  media. Στις συζητήσεις, σαν σκια επικρατούσε η ανησυχία,  μήπως απο την Γερμανία ξεκινήσει πάλι ένα νέο Ολοκαύτωμα …
          Όσο πιο πολύ περπατούσα στην πόλη, τόσο πιο ξεκάθαρα γίνονταν τα στερεότυπα που κουβαλώ στις ελληνικές μου πλάτες.  Περίμενα να δω έναν τόπο με καταθλιπτικούς  ανθρώπους –μηχανές και ψυχρούς, ξανθούς, ανέκφραστους γίγαντες.  Αντίθετα είδα, ήρεμους, ίσως συνεσταλμένους, ευγενικούς  ανθρώπους που έσπευδαν να με βοηθήσουν όποτε χανόμουν στις σελίδες του χάρτη.  Είδα Τούρκους, Έλληνες, Ρώσους, Ισπανούς να μοιράζονται μια αυτοσχέδια υπαίθρια σόμπα σε ένα πανηγύρι. Είδα ανθρώπους να έχουν τα κατοικίδιά τους παντού, μαζί, ακόμα και μέσα στο μετρό και κανένας να μην διαμαρτύρεται. Είδα νέες μητέρες να στέκονται κάτω από το χιόνι στη στάση του τραμ για να θηλάσουν το μωρό τους χωρίς να αισθάνονται κρύο ή ντροπή. Ήταν ένας  ήσυχος τόπος που ποτέ δεν άκουγες κορναρίσματα ή δυνατές φωνές, ακόμα και στο κέντρο της Alexanderplatz.
          Μια  ανθρωποκεντρική πόλη που της αρέσει η τάξη γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορεί και εξασφαλίζει τη δημιουργικότητά της. Οξύμωρο; Όχι. Στους Βερολινέζους λειτούργει. Πίσω από τις καλογυαλισμένες προσόψεις των κτιρίων, θα δεις  αυλές  που λειτουργούν σαν κέντρα έκφρασης για τους ενοίκους: γκράφιτι και εικαστικές εγκαταστάσεις, mobile art, κολλάζ από αφίσες ακόμα και κομμάτια από το τείχος του Βερολίνου, είναι το οικιακό τους ντεκόρ.. Η τέχνη είναι διάχυτη. Είναι ένας φροντισμένος και όμορφος τόπος με ΜΗΔΕΝ εγκληματικότητα. Και μια αστυνομία να απουσιάζει από την καθημερινότητα της πόλης. Όπως μου είπαν, είναι πάντα παρούσα αλλά «αισθάνεται» σίγουρη για τον εαυτό της γι` αυτό και δεν επιδεικνύει τη δύναμή της. Μια χώρα πληγωμένη από την δικτατορία του παρελθόντος, προσπαθεί να εκμηδενίσει οποιαδήποτε πρακτική τη θυμίζει. Γι αυτό και η παρουσία της αστυνομίας είναι διακριτική. Αν τολμάς όμως μου είπαν,  κάνε πως πετάς μια πέτρα ή πως ενοχλείς κάποιον. Δεν θα καταλάβεις για πότε  θα βρεθείς με χειροπέδες.
           Στο Βερολίνο συνάντησα και πολλούς από τους «δικούς μου»  ανθρώπους, τους  καλλιτέχνες. Βερολινέζους και Έλληνες. Οι Έλληνες, όλοι, μίλησαν για το πόσο είχαν κακοποιηθεί στην Ελλάδα. Αν και η τέχνη στο Βερολίνο διανύει την παρακμή της όπως περιέγραψαν λόγω των ασύδοτων επιδοτήσεων που έχουν ρίξει το επίπεδο, παρόλα αυτά, εδώ αισθάνονται  καλλιτέχνες και όχι χομπίστες. Έχουν βρει αποδοχή, σεβασμό και δεν χρειάζεται να παλέψουν για την ταυτότητά τους. Τα πρωινά δουλεύουν σε παιδικά προγράμματα σε μουσεία, σε σχολεία, ακόμα και σε ανοικτά projects σε πλατείες και τα βράδια ξεγυμνώνονται στα θέατρα και στις γκαλερί στις πιο τολμηρές δουλειές. Είναι ελεύθεροι να εκφραστούν όπως εκείνοι επιθυμούν γιατί η πόλη σέβεται, αφουγκράζεται και αξιοποιεί τις πρωτότυπες δημιουργικές ιδέες .
           Μια ομάδα ελλήνων ηθοποιών /εικαστικών που  γνώρισα εκεί, ανεβάζουν το έργο τους εδώ και ένα χρόνο σε  σημαντικές σκηνές εναλλακτικού θεάτρου. Και όλες οι παραστάσεις είναι κάθε φορά sold out.  Και όχι μόνο αυτό. Από το Βερολίνο, η φήμη τους ταξιδέψε και στις γύρω χώρες. Έχουν κλείσει παραστάσεις στις πιο μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και είναι booked  για τουλάχιστον ένα χρόνο. Δεν μπορούν να εξηγήσουν  γιατί συμβαίνει αυτό,  αφού δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη διαφήμιση του project. Με κάποιο μαγικό τρόπο, οι Βερολινέζοι μυρίστηκαν  και εκτίμησαν  τη δουλειά τους. Η ίδια αυτή παράσταση είχε περιφρονηθεί στην Ελλάδα. Είχαν στείλει προτάσεις, είχαν ζητήσει επικοινωνία με ιδρύματα και φορείς, μα ποτέ δεν τους απάντησαν. Ούτε καν αρνητικά. Απλά τους περιφρόνησαν. Ένα από αυτά τα ιδρύματα “άκουσε ” για την επιτυχία τους στο Βερολίνο  και τους προσκάλεσε να δώσουν  τώρα, μια  σειρά παραστάσεων  στην Ελλάδα. Αρνήθηκαν,  γιατί  όπως είπαν, είναι ηθικό το ζήτημα.

          Το αποκορύφωμα της  «ήττας»  μου και ο κύριος σκοπός  του ταξιδιού, ήταν η επίσκεψη σε ένα  γερμανικό σχολείο με ελληνόφωνα τμήματα. Μπήκα στις τάξεις τους, μίλησα  με τους δασκάλους, με τον διευθυντή,  με τα παιδιά, με το βοηθητικό προσωπικό, παρακολούθησα μέχρι τέλους το ημερήσιο πρόγραμμα και αφού μου το πρότειναν, βοήθησα μια απο τις γερμανίδες δασκάλες στο μάθημα των  εικαστικών. 
          Τα ελληνικά σχολεία στην πλειοψηφία τους έχουν κλείσει στη Γερμανία. Ήταν ασύμφορο για το ελληνικό κράτος, όχι τόσο γιατί το επιβάρυναν οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί αλλά γιατί δεν μπορούσε να συντηρήσει το βάρος των γραφείων εκπαίδευσης και των διοικητικών υπαλλήλων που απασχολούνταν εκεί. Έτσι αυτήν τη στιγμή, αυτός που φροντίζει για την  εκπαίδευση και την ομαλή μετάβαση από την ελληνική στη γερμανική γλώσσα για τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών που συρρέουν αυτήν την περίοδο, είναι  το γερμανικό κράτος. Όχι το ελληνικό.
          Το Γερμανικό σχολείο έχει τις ίδιες λειτουργικές δομές με το ελληνικό, εκτός από το ολοήμερο που διαρκεί μέχρι τις 6μ.μ. Το κτίριο εξωτερικά έμοιαζε με μοναστήρι, αλλά στο εσωτερικό έβλεπες ζεστά δωμάτια με ξύλινα πατώματα, που θύμιζαν σπίτι. Κάθε παιδί είχε το προσωπικό του ντουλάπι και έκαναν μάθημα φορώντας  τις παντόφλες τους.
              Οι δάσκαλοι  δεν αγχώνονται για την ολοκλήρωση της ύλης αφού δεν ασκείται πίεση γι αυτό από την κεντρική Υπηρεσία. Αντίθετα  ακολουθούν  ατομικά το ρυθμό του κάθε μαθητή και του παρέχουν  συνεχώς ερεθίσματα  στη λήψη  πρωτοβουλιών σε πρακτικά και διαπροσωπικά προβλήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητα του σχολείου. Συγκεκριμένα με «σόκαρε» η εικόνα ενός αγοριού της πρώτης Δημοτικού, που αφού έριξε τον χυμό του στο πάτωμα, στη συνέχεια πήρε  μόνο του κουβά με νερό, πανί και καθάρισε όλον το χώρο. Η δασκάλα απλά στεκόταν και του ζήταγε  να της περιγράφει τα στάδια των ενεργειών του, χωρίς να παρεμβαίνει. Όπως μου εξήγησε, το παιδαγωγικό τους μοντέλο δεν στηρίζεται απλά στην παράθεση Ύλης και γνώσης αλλά στο brainstorming. Αφορμή για σκέψη μπορεί να είναι και ο χυμός στο πάτωμα.  Αυτή η πρακτική ωφελεί και τον δάσκαλο αφού  εξασφαλίζει περισσότερο χρόνο  στο διδακτικό του αντικείμενο.
Γι αυτό και ΠΟΤΕ τα παιδιά δεν παίρνουν εργασία για το σπίτι. Όλη η δουλειά γίνεται μέσα στο ημερήσιο πρόγραμμα.
          Ο δάσκαλος βέβαια έχει βοηθό. Ένα άτομο επιπέδου  ΙΕΚ  όπου τον βοηθάει στη μελέτη των παιδιών, στις πρόβες και στην προετοιμασία των πολιτιστικών και στη επικοινωνία με τους γονείς. Οι γονείς πάλι είναι όλοι ενεργά συμμέτοχοι στη ζωή του σχολείου. Κάθε τμήμα έχει ένα προεδρείο από γονείς. Ο δάσκαλος έρχεται σε επαφή με αυτούς και αυτοί με τη σειρά τους ενημερώνουν  τους υπόλοιπους γονείς για τις δράσεις και τις συναντήσεις του τμήματος.
          Το πιο εντυπωσιακό στο εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας είναι πως το Υπουργείο παιδείας ενθαρρύνει ιδέες και projects  που βοηθούν τα παιδιά να μην  μολυνθούν από την ασθένεια του ναζισμού. Και έτσι ξεκινούν την ημέρα με το «Καλημέρα» σε όλες τις γλώσσες της κοινότητάς τους. Το συγκεκριμένο σχολείο, σαν project, έχει ορίσει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στον μήνα όπου ανοίγουν το σχολείο στους “ξένους ” της γειτονιάς, π.χ. προσκαλούν τον Τούρκο αρτοποιό μέσα στην τάξη, ακόμα και εάν αυτός δεν ξέρει  γερμανικά, με σκοπό να εξοικειωθούν τα παιδιά με τον ήχο της γλώσσας του.
          Oι συνδικαλιστές ; Όπως μου μετέφερε μια δασκάλα Ελληνίδα, δεν είναι το όργανο εκείνο που απλά φέρνει αντίδραση στις αποφάσεις της Κεντρικής υπηρεσίας. Είναι ένα όργανο που ο λόγος του «περνάει». Προστατεύει τα εργασιακά δικαιώματα αλλά είναι συντονισμένο με την πραγματικότητα. Τώρα στους καιρούς της κρίσης όπου και ο Γερμανός εκπαιδευτικός έχει και αυτός περικοπές, το συνδικαλιστικό όργανο απαίτησε να ισορροπήσει την μείωση του μισθού με επιπλέον μέρες άδειας στις ήδη θεσμοθετημένες. Την επόμενη μέρα έγινε δεκτό το αίτημά τους. Χωρίς απεργίες. Χωρίς εκβιασμούς.
          Οι δάσκαλοι στη Γερμανία σαφώς παίρνουν μεγαλύτερους μισθούς και έχουν όλες τις υποδομές στη διάθεσή τους αλλά δεν σταματούν  να είναι εκπαιδευτικοί με τη λήξη  του ωραρίου αφού μέσα στις υποχρεώσεις τους είναι τα γεύματα με τον Διευθυντή και οι συναντήσεις  με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους κ.α. Η επιμόρφωσή τους συνεχίζεται σε μηνιαία σχεδόν βάση, έτσι ώστε όπως μου είπαν: «Να προλάβουμε ότι καινούριο καταγράφεται στην επιστήμη της παιδαγωγικής».


           Όσον αφορά στην αξιολόγηση; Υπάρχει.. Πάντα υπήρχε και είναι ένα κομμάτι το οποίο κανέναν δεν ενοχλεί. Βέβαια εκεί η αξιολόγηση δεν έχει την διάσταση πειθαρχικού, αλλά συμβουλευτικού χαρακτήρα. Για κάθε έλλειμμα στη σχολική μονάδα, η «τιμωρία» είναι να στείλουν προτάσεις για σχετική επιμόρφωση. Τους φάνηκε αστεία και τριτοκοσμική η ιδέα  να τιμωρείται ο εκπαιδευτικός με περικοπές μισθού. Το θέμα απόλυσης δεν υφίσταται στη Γερμανία  γιατί τα κριτήρια διορισμού για τον Γερμανό εκπαιδευτικό είναι ιδιαίτερα υψηλά.
           Είναι τόσα πολλά  που θα μπορούσα να πω για  όλες εκείνες τις εικόνες και τα αντιφατικά συναισθήματα που βίωσα αυτές τις μέρες. Η αίσθηση που μου άφησε αυτή η πόλη; Αν  και το κρύο ήταν  αφόρητο, γενικά αισθάνεσαι  ελευθερία. Και καθαριότητα και ηρεμία.  Ναι, θα μπορούσα να ζήσω εκεί. Και ίσως θα μπορούσα να μάθω και στο κρύο. Φύλαξα με προσοχή το χαρτί με τα links για  εκείνο  το 12μηνο residency  που μου πρότειναν οι καλλιτέχνες φίλοι  του Βερολίνου. Η σκέψη να μείνω εκεί για ένα χρόνο ήταν δελεαστική.
          Την πρώτη μέρα που επέστρεψα στο σχολείο, ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Μόλις άνοιξα την πόρτα για να μπω στο προαύλιο, μιλιούνια παιδιών ξεχύθηκαν κατά πάνω μου.  Μερικά είχαν ανησυχήσει. Εκείνη την περίοδο που έλειψα, είχε συμβεί εκείνο το ατυχές περιστατικό με τη συνάδερφο στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στην αθωότητα τους και με μια  μικρή «ράδιο αρβύλα»  που επικράτησε, νόμιζαν πως είχα…. σκοτωθεί και πως τους έκρυβαν την αλήθεια.
          Η μικρή Σοφία της Α`  έτρεξε και κρεμάστηκε με λαχτάρα επάνω μου. Με κοίταξε έτοιμη να δακρύσει και μου είπε με τρεμάμενη φωνή: «Κυρία… Τρόμαξα…  Νόμιζα  πως δεν θα σε ξαναδώ. Πως δεν θα ξαναέρθεις στο σχολείο μας».

Συγκινημένη την κοίταξα ήρεμη.
Και τότε ήξερα.
-Όχι Σοφία … Είμαι εδώ. Και θα μείνω. Στο υπόσχομαι.

Ελένη Καραγιάννη
Ζωγράφος/ Δασκάλα εικαστικής αγωγής
Απόφοιτος Α.Σ.Κ.Τ. και
Σχολής Ανθρωπιστικών σπουδών Ε.Α.Π.

(Φωτογραφίες από το γερμανικό σχολείο και από τους δρόμους του Βερολίνου).